Μενού Φίλτρα

‘‘Aς μην ενοχληθεί κανείς’! Ωσάν να ενοχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειώνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενοχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενοχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καβαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθεί για την ευγενίαν του, ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθεί σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθεί για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξιδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Aθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως-ίσως να ήτον και από τον Tσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ’ το Bουκουρέστι; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθεί για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα; Mήπως ήθελε να ενοχληθεί η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αέναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμότανε τώρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκοίταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρινά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελούς των σπινθηρισμούς; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ-Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τώρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθεί ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων τις σκάλες, για να ιδεί ποίος τον καλεί; Mήπως ήθελε να ενοχληθεί η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο. (…) Και από του δίπλα στο δικό μου δωματίου, ενώ είχα δει διαβαίνων την ημίγυμνον αοιδόν, αήθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρους και σεντονιών ψίθυρος, το κρεβάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς, ως πλοίον εν καταιγίδι. Α, μα την αλήθειαν, επιτέλους εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήτον μωρός! Μήπως ήθελε να ενοχληθεί το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τις γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ’ αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον; Μήπως ήθελε να ενοχληθεί ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες; Και εστριφογύριζα επάνω στο κρεβάτι μου ανήσυχος. Το χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλει από μέσα μού έτρωγε το κορμί και δε με άφηνε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν και δεν είχα κατορθώσει να κλείσω μάτι. Η νύκτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήσει γιγαντιαίως. Και απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες και άνοιξα το παράθυρο. Η θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ορθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλως αναλλοίωτος…’’

Πρόσφατα Βιβλία κατηγορίας: Ελληνική Πεζογραφία
  • Το σπίτι μου
    ΑΞΙΩΤΗ ΜΕΛΠΩ
    Ελληνική Πεζογραφία
  • Πολιορκία
    ΚΟΤΖΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
    Ελληνική Πεζογραφία
    1η έκδοση
  • Ο πάγος
    ΞΕΝΟΣ ΜΑΖΑΡΗΣ - ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΠΟΥΛΑΛΑΚΗΣ
    Ελληνική Πεζογραφία
  • Αγάπη παράνομη
    ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
    Ελληνική Πεζογραφία
    Διήγημα ανέκδοτο
  • Ένοχες ζωές
    ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΝΙΟΣ
    Ελληνική Πεζογραφία
X