Μενού Φίλτρα

Εκδοτικό γεγονός για την Ελλάδα συνιστά η κυκλοφορία των διηγημάτων του Βαρλάμ Σαλάμοφ, που φτάνουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με καθυστέρηση σαράντα σχεδόν χρόνων, στην ολοκληρωμένη μορφή τους, στην έκδοση δηλαδή των 145 ιστοριών, υπό τον γενικό τίτλο "Ιστορίες οπό την Κολιμά". Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως ένας από τους πιο σημαντικούς Ρώσους πεζογράφους του 20ού αιώνα, όχι μόνο για το συγκλονιστικό θέμα του έργου του, αλλά και για την ιδιαίτερη λογοτεχνική του βαρύτητα, γιο την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης που διάλεξε να μας παρουσιάσει τον ζοφερό κόσμο των στρατοπέδων στα οποία πέρασε τη μισή ενήλικη ζωή του. Το θέμα του δεν επιδέχεται πλατιασμούς, καλολογίες, εξωραϊσμούς. Είναι ωμό και απίστευτα ζοφερό. Είναι η ζωή στο όριο του θανάτου -πνευματικού, ηθικού και, κυρίως, φυσικού- εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στα στρατόπεδα εργασίας τής Σοβιετικής Ένωσης κατά τις δεκαετίες '30-'50. Την ωμότητα και το αδιανόητο αυτής προσπαθεί να μας περιγράψει ο συγγραφέας με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία λόγου και συναισθημάτων. Οι "Ιστορίες από την Κολιμά" είναι εντέλει ένα ντοκουμέντο, μια μαρτυρία, και ταυτόχρονα υψηλή λογοτεχνία. Ο πλέον ωμός ρεαλισμός, μπολιασμένος αριστοτεχνικά με το φαντασιακό της τέχνης, σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης να δυσκολεύεται να τα ξεχωρίσει. Αν θελήσουμε όμως να αναζητήσουμε την ουσία ενός τέτοιου συγκλονιστικού εγχειρήματος όπως οι "Ιστορίες από την Κολιμά", οφείλουμε να ακολουθήσουμε την οδό που μας δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας όταν σημειώνει: "Τα γραπτά μου αφορούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά του Εξυπερύ τον ουρανό ή του Μέλβιλ τη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πως να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ' τ' αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός από την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές κι ανώνυμο".

 

Τι είναι λοιπόν οι "Ιστορίες από την Κολιμά"; Είναι ένα ντοκουμέντο, μια μαρτυρία, και ταυτόχρονα υψηλή λογοτεχνία. Είναι ο πλέον ωμός ρεαλισμός μπολιασμένος αριστοτεχνικά με το φαντασιακό της τέχνης σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης να δυσκολεύεται να τα ξεχωρίσει. Οι ήρωές του είναι πρόσωπα υπαρκτά, με τις ζωές τους, τη δραστηριότητά τους, την τραγική μοίρα τους, και την ίδια στιγμή γίνονται οι ήρωες ενός ασύλληπτου, σκοτεινού κόσμου: μισητοί θύτες (εδώ όλοι οι δολοφόνοι αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονόματα, όπως διευκρινίζει κι ο ίδιος) και τρομοκρατημένα, μπερδεμένα, θυμωμένα θύματα (για πολλά εξ αυτών χρησιμοποιεί ονόματα ποιητών, συγγραφέων, λογοτεχνικών ηρώων, κ.λ.π.). (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

 

Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ έζησε την εμπειρία του σοβιετικού γκουλάγκ από τα 21 ώς τα 50 του χρόνια. Δεν πρόλαβε "να δράσει", δεν πρόλαβε "να ζήσει", όπως λαχταρούσε όταν, νεαρός έφηβος στον κύκλο του Μαγιακόφσκι ονειρευόταν "μιαν άλλη ποίηση και μιαν άλλη κοινωνία". Τον Φεβρουάριο του 1929 συλλαμβάνεται την ώρα που τυπώνει στον πολύγραφο μια επιστολή-διαθήκη του Λένιν με αρνητικές παρατηρήσεις για την προσωπικότητα του Στάλιν: τον στέλνουν στο στρατόπεδο του Βίσερα, κοντά στα Ουράλια, όπου αντιλαμβάνεται ότι "η μοναξιά είναι η ευνοϊκότερη συνθήκη για τον άνθρωπο" · το 1935 αποφυλακίζεται· το 1937 συλλαμβάνεται και πάλι, για "αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση" και καταδικάζεται σε εγκλεισμό στο στρατόπεδο Κολιμά, εκεί όπου "ο χειμώνας διαρκεί δώδεκα μήνες": είναι ένα κάτεργο πολύ πιο "αναβαθμισμένο" από εκείνο που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι στις "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων", τόπος ανθρωποφαγικός, στερημένος από κάθε ανθρώπινο αίσθημα, κολαστήριο που ξεπερνάει όσα μπορεί να φανταστεί το "φτωχό ανθρώπινο μυαλό".

Ο Σαλάμοφ θα ζήσει στην Κολιμά δεκαέξι χρόνια· θα απελευθερωθεί μόλις το 1953, με τον θάνατο του Στάλιν. Ύστερα, θα εγκατασταθεί στη Μόσχα, θα προσπαθήσει να επανενταχθεί. Δεν θα είναι εύκολο. Τα κείμενά του, "το τίμημα του πόνου σε μορφή μαρτυρίας", όπως τα έλεγε ο ίδιος, κυκλοφορούν στο εξωτερικό σε μορφή σαμιζντάτ. Όμως, τις ανά χείρας Ιστορίες του, το magnum opus του, εκδομένο επιτέλους στη γλώσσα μας σε εξαιρετική μετάφραση και σπάνια τυποαισθητική -ένα πεζό, που σύμφωνα με τα λόγια του Αντρέι Σινιάφσκι ο οποίος και το μετέφρασε στα γαλλικά το 1966, "είναι σαν να έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο ήδη νεκρό" - θα τις αποκηρύξει ο ίδιος το 1972, πιεζόμενος από την KGB, από τις σελίδες της Literatournaya Gazetta. Ισως γιατί οι δοκιμασίες του τον έχουν μεταμορφώσει και τον ίδιο στον διανοούμενο που περιγράφει στις "Ιστορίες" του, σ' ένα δειλό ανθρωπάριο εξουθενωμένο από τους ξυλοδαρμούς, τη λιμοκτονία, την αποκτήνωση, ένα πλάσμα ηθικά εκμηδενισμένο, "φοβισμένο για πάντα".

Κι ύστερα, θα ακολουθήσουν για τον Σαλάμοφ τριάντα χρόνια "κίβδηλης ελευθερίας". Στην ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα της Μόσχας, "πικραμένος, σκοτεινός, αγέλαστος", γράφει συνέχεια με μολύβι σε μικρά σχολικά τετράδια, χρησιμοποιώντας τη γραφή για να "φωνάξει, να απειλήσει να κλάψει". Αλλά είναι πια "μισός άνθρωπος". Συγκρούεται με τους φίλους του, επιτίθεται στον Σολτζενίτσιν και τις "φτενές, αν και εμφατικές, περιγραφές της φρίκης που αγιογραφούν μονάχα τον εαυτό του", απομακρύνεται από τα παιδιά του. Το τέλος τον βρίσκει μόνο, κουφό και τυφλό, να παραληρεί σ' ένα ψυχιατρείο της Μόσχας, όπου και θα πεθάνει τον Ιανουάριο του 1982. "Πιο αληθινός κι από την αλήθεια την ίδια" και γι' αυτό πιο ζοφερός από το σκοτάδι και πιο πικρός από το φαρμάκι, ο Σαλάμοφ ήταν εκείνος που συνόψισε τη σταλινική τρομοκρατία σε μία μονάχα φράση: "Έπρεπε να δουλεύεις αφοσιωμένα, όπως ταιριάζει στον "σοβιετικό άνθρωπο" · ωστόσο μπορούσες να προδώσεις τον διπλανό σου, για μια γόπα, για ένα ευνοϊκό βλέμμα του φύλακα". (ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/1/2012)

Πρόσφατα Βιβλία κατηγορίας: Ξένη Πεζογραφία
X