Μενού Φίλτρα

‘‘Ήτανε Μάρτης. Το μεσημέρι είχε περάσει από δύο ώρες κι ο ήλιος έφεγγε λαμπρός και καυτερός ακόμη μέσα στον καθαρό γαλάζιο ουρανό, όπου κάποια σύγνεφα άσπρα και σταχτιά ανάλαφρα εταξίδευαν. Όλοι οι χωριάτες ήταν στον κάμπο· εδούλευαν παντού τα χωράφια: έσκαφταν τη γη, ξερίζωναν το πράσινο χόρτο, έσπερναν την οψιμιά και, κείνην την ώρα μάλιστα, η εργασία ήταν σ’ όλην την άναψή της, σα να βιαζότουν καθένας εκείνο το απομεσήμερο ή να τελειώσει το έργο του, ή ν’ αφήσει λιγότερη δουλειά για την ημέρα που θα ξημέρωνε. Κι ο Γιώργης Αράθυμος επιστατούσε τ’ όργωμα του χωραφιού του. Είχε δουλέψει κι ο ίδιος όλη μέρα κι εκαθότουν τώρα δίπλα στη μικρή πόρτα του αχυρένιου καλυβιού του, απάνου σ’ ένα χοντρό μακρύ ξύλο, στον ίσκιο πόριχνε το ίδιο το καλύβι. Ήταν ένας άντρας σαραντάρης, μέτριος στο ανάστημα και λιγνός, με γαλάζια μάτια, με ξανθά μακριά μουστάκια που του ’πεφταν ως το λαιμό, με αξύριστα γένια. Εφορούσε μία ψάθα στο κεφάλι, είχε ριχτή τη γιακέτα του πάνου στες πλάτες, ήταν ξυπόλυτος κι εκάπνιζε ένα χοντρό τσιγάρο. Ένας άσκημος σκύλος μαύρος κι άσπρος ήταν κουλουριασμένος στα πόδια του. Μπροστά του απλωνότουν το μεγάλο χωράφι του, τριών μουτζουριών γη, ίσιο όλο, ημερωμένο, με καρποφόρα τριγύρω, και με μία μεγάλη συκιά σιμά στο καλύβι· κι ο Αράθυμος, όλο καπνίζοντας το χοντρό του τσιγάρο, εκαμάρωνε τη γη του, κι ελογάριαζε με το νου του τα γεννήματα που θα συνέμπαζε από το σπόρο…’’

Πρόσφατα Βιβλία κατηγορίας: Ελληνική Πεζογραφία
X